ΟΙ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ ΤΟΥ 2019

Τα έργα που ακολουθούν -με χρονολογική σειρά- παρουσιάστηκαν το 2019 κατά τη διάρκεια πέντε κύκλων συναυλιών στην περιφέρεια Αττικής, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Οι βιντεοσκοπήσεις έγιναν κατά τη διάρκεια των συναυλιών στην αίθουσα “Άρης Γαρουφαλής” του Ωδείου Αθηνών.

Νίκου Αθηναίου: Σερενάτα για έγχορδα (2019)

Μια σύγχρονη σερενάτα

Γνωστότερος περισσότερο ως αρχιμουσικός και πιανίστας, ο Νίκος Αθηναίος ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με την σύνθεση. Μαθητής των Γκύντερ Μπέκερ [Günther Becker] και Γ. Α. Παπαϊωάννου, ακολούθησε αρχικά τον δρόμο της ατονικής μουσικής (Toccata για πιάνο, Νονέττο για κουαρτέτο εγχόρδων και πέντε πνευστά, Συμφωνία σε ένα μέρος), αναζητώντας στην πορεία του την έκφραση μέσα από πιο «παραδοσιακούς» τρόπους (Σουίτα για έγχορδα, α΄ και β΄ γραφή). Μετά την επιστροφή του Ελλάδα το 2000, και ερχόμενος ξανά σε επαφή με το παλιό και ταυτόχρονα νέο, για αυτόν περιβάλλον, βρίσκει τον δικό του τρόπο έκφρασης μέσα από ένα πολύμορφο, διευρυμένο τονικό ύφος, με χρησιμοποίηση σύγχρονων τεχνικών σύνθεσης (Ιθάκη σε ποίηση Καβάφη, Κύκλος Ελύτη, και κυριότερα η όπερα Ο τελευταίος πειρασμός, με την οποία ασχολείται αυτό το διάστημα). Σαν σε μία παρένθεση αντιπαράθεσης με παραδοσιακές κλασικές φόρμες και με ένα καθαρά τονικό στυλ, γεννήθηκε πριν λίγα χρόνια ένα Κονσέρτο για ορχήστρα με όργανα εποχής, το οποίο ακολουθήθηκε από την Σερενάτα για έγχορδα. Ο κύκλος αυτών των μικρών παρενθέσεων κλείνει με το Κονσέρτο για πιάνο και έγχορδα που βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή του. Για τη Σερενάτα, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε αυτόν τον κύκλο συναυλιών της «Ακαντέμικα», σημειώνει ο συνθέτης:

«Όταν πριν λίγο καιρό μου ζητήθηκε να γράψω ένα νέο έργο, μία σερενάτα για έγχορδα, για μία συναυλία της ορχήστρας Academica στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, βρέθηκα αρχικά σε μία αμηχανία: πώς γράφει κανείς μία «σερενάτα» στον 21ο αιώνα; Τελικά σκέφτηκα να αφήσω την διάθεσή μου να επιλέξει εκείνη τον δρόμο: μία σχετική νοσταλγία, συνδυασμένη με μία καλή δόση χιούμορ. Έτσι γεννήθηκε μέσα σε περίπου ένα μήνα το σύντομο αυτό έργο, βασισμένο σε απλές κλασικές φόρμες, με την πρόθεση περισσότερο να διασκεδάσει, παρά να προβληματίσει». Ν. Α.


Franz Schubert: Σονάτα «per Arpeggione», σε μεταφορά για βιόλα

Μια σονάτα για ένα όργανο που δεν υπάρχει πια

Ο Αυστριακός συνθέτης Φραντς Σούμπερτ [Franz Schubert] (1797-1828), ένας από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της ρομαντικής μουσικής, ήταν πολυγραφότατος παρά το γεγονός ότι πέθανε μόλις 31 ετών. Έδειξε κλίση στη μουσική από μικρός, ενώ τα πρώτα μαθήματα τού έδωσε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν μουσικοδιδάσκαλος. Με τη σύνθεση ασχολήθηκε λίγο αργότερα, μαθητεύοντας κοντά στον Αντόνιο Σαλιέρι [Antonio Salieri] (1750-1825), ενώ τα πρώτα του έργα χρονολογούνται από το 1810, δηλαδή όταν ο Σούμπερτ ήταν 13 ετών.  Έγραψε όπερες, συμφωνίες, μουσική δωματίου και περισσότερα από 600 τραγούδια.

Το 1824, κι ενώ τον είχε ήδη χτυπήσει η σύφιλη, η ασθένεια που θα τον οδηγούσε στον θάνατο τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Σούμπερτ συνέθεσε τη Σονάτα για Αρπετζόνε και πιάνο σε λα ελάσσονα (D. 821). To Αρπετζόνε [Arpeggione], γνωστό και ως κιθάρα-βιολοντσέλο, ή κιθάρα ντ’ αμόρε, όπως το αποκαλούν οι Γάλλοι, ήταν ένα είδος μεγάλης κιθάρας με δοξάρι, που κατασκευάστηκε το 1823 στην Βιέννη, κατά πάσα πιθανότητα από τον Βιεννέζο Γιόχαν Γκέοργκ Στάουφερ [Johann Georg Stauffer] και παιζόταν όπως το βιολοντσέλο. Το λησμονημένο, σήμερα, Αρπετζόνε υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές την εποχή της κατασκευής του, γεγονός στο οποίο πιθανόν να συνέβαλε και η Σονάτα του Σούμπερτ, που αποτελεί το μοναδικό γνωστό, στις μέρες μας, έργο γραμμένο για το όργανο αυτό. Λέγεται μάλιστα πως η ονομασία αυτή δόθηκε στο όργανο τη δεκαετία του 1870, χάρη στο έργο του Σούμπερτ, το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 1871. Η τριμερής Σονάτα για Αρπετζόνε (Allegro moderato, Adagio, Allegretto) παίζεται συχνά σε συναυλίες από άλλο όργανο, όπως το βιολοντσέλο ή η βιόλα, καθώς άλλωστε δεν σώζεται κανένα ιστορικό αρπετζόνε, παρά μόνο σύγχρονες ανακατασκευές. Στην αποψινή συναυλία το μέρος του Αρπετζόνε θα ακουστεί από βιόλα, ενώ εκείνο του πιάνου από ορχήστρα εγχόρδων σε προσαρμογή του Νίκου Αθηναίου.


Antonin Dvorak: Σερενάτα για έγχορδα, σε μι μείζονα, έργο 22

Η Σερενάτα της ευτυχίας

O Αντονίν Ντβόρζακ [Antonín Dvořák (1841-1904)], ένας από τους γνωστότερους και δημοφιλέστερους συνθέτες της Τσεχίας και από τους πρώτους που κέρδισαν διεθνή αναγνώριση, γεννήθηκε στο χωριό Νελαχόζεβες, στις όχθες του ποταμού Μολδάβα, 35 χιλιόμετρα βόρεια της Πράγας. Ο Ντβόρζακ, αν και γιος χασάπη, έδειξε από μικρός κλίση προς την μουσική, την οποία άρχισε να διδάσκεται στο σχολείο, ενώ έμαθε να παίζει βιολί, βιόλα και εκκλησιαστικό όργανο.

Η Σερενάτα για έγχορδα σε μι μείζονα, έργο 22, γράφτηκε τον Μάιο του 1875. Παρότι συνετέθη σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (λέγεται ότι ο Ντβόρζακ ασχολήθηκε με τη Σερενάτα 12 μόνο μέρες – το διάστημα 3-14 Μαΐου), το πολύ όμορφο αυτό έργο είναι δικαίως ένα από τα δημοφιλέστερα του συνθέτη. Πιθανόν σε αυτό να συνέτεινε και το γεγονός ότι ο Ντβόρζακ γνώριζε πολύ καλά την οικογένεια των εγχόρδων καθώς έπαιζε και ο ίδιος βιόλα επαγγελματικά. Σε κάθε περίπτωση η χρονιά εκείνη απέβη ιδιαιτέρως δημιουργική για τον Ντόβρζακ, καθώς εκτός από την ευφρόσυνη Σερενάτα, ο συνθέτης ολοκλήρωσε μια όπερα (Βάντα), μια συμφωνία (αρ. 5), το Κουιντέτο για έγχορδα αρ. 2, το Πιάνο τρίο αρ. 1, καθώς και τα Μοραβιανά Νουέτα, τον κύκλο των 23 λαϊκών ποιημάτων από την περιοχή της Μοραβίας. Στην πλούσια αυτή παραγωγή ενδεχομένως να συνέβαλε και το γεγονός ότι ο συνθέτης διένυε  μια ιδιαιτέρως ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του:  Είχε αποκτήσει τον πρώτο του γιο, ενώ η συνθετική του αξία είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται. Η ευφορία και δημιουργικότητα που τον διέκρινε εκείνη την περίοδο είναι διακριτή και στο έργο αυτό, που έχει την κλασική δομή της σερενάτας (Moderato, Tempo di Valse, Scherzo-Vivace, Larghetto, Finale-Allegro vivace). To έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στην Πράγα τον Δεκέμβριο του 1876 και έκτοτε αποτελεί αγαπημένη επιλογή στα προγράμματα συναυλιών.


Luigi Boccherini, Συμφωνία αρ. 6, έργο 12/4 σε ρε ελάσσονα “La casa del diavolo

ΤΟ «ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ», ΕΝΑΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ «ΤΟΠΟΣ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

 Ο Λουΐτζι Μποκερίνι [Luigi Boccherini (1743-1805)] γεννήθηκε στη Λούκα της Ιταλίας από μια μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του Λεοπόλδος και πρώτος δάσκαλός του στη μουσική ήταν τραγουδιστής και ερμηνευτής του κοντραμπάσου. Ο Λουΐτζι ξεκίνησε μικρός μαθήματα μουσικής, ενώ η γρήγορη εξέλιξή του στην τέχνη του βιολοντσέλου τού επέτρεψε να εργάζεται από νωρίς ως επαγγελματίας βιολοντσελίστας: ήδη ο 1757 ήταν μέλος της ορχήστρας του Μπουργκτεάτερ της Βιέννης. Το 1768 διορίστηκε αυλικός συνθέτης στην υπηρεσία του Λουδοβίκου, αδελφού τού βασιλιά της Ισπανίας, όπου και διέμεινε ώς τον θάνατο του τελευταίου το 1785. Ήταν τότε που ο Μποκερίνι έτυχε της εύνοιας του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Β΄ της Πρωσίας (1744-1797), ο οποίος τον στήριξε μέχρι τον θάνατό του το 1797. Ο Μποκερίνι έγραψε πολυάριθμες συνθέσεις μουσικής δωματίου και ιδίως για έγχορδα: πάνω από 100 κουιντέτα εγχόρδων, σχεδόν 100 κουαρτέτα εγχόρδων και περί τα 100 ακόμη έργα για μικρό σύνολο.

H Συμφωνία αρ. 6, έργο 12 / 4 σε ρε ελάσσονα, με την ονομασία «Η οικία του διαβόλου» [«La casa del diavolo»] ολοκληρώθηκε το 1771 ενώ ο Μποκερίνι βρισκόταν στην ισπανική αυλή, όμως η σύνθεσή της φαίνεται να σχετίζεται με τα χρόνια που ο Ιταλός συνθέτης συνεργαζόταν με την Ορχήστρα του Μπουργκτεάτερ. Τότε ο νεαρός βιολοντσελίστας είχε παραστεί στην πρεμιέρα του μπαλέτου του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ [Christoph Willibald Gluck (1714-1787)], Δον Ζουάν ή το πέτρινο συμπόσιο (1761), μια σύνθεση βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Μολιέρου, που κάποια χρόνια αργότερα θα ενέπνεε και τον Μότσαρτ. Το μπαλέτο εντυπωσίασε τον Μποκερίνι, ο οποίος δανείστηκε ένα εκτεταμένο μέρος (εκείνο το σημείο όπου ο Δον Ζουάν βυθίζεται στον Κάτω Κόσμο) για τη συμφωνία του, όπως άλλωστε δηλώνεται και στην παρτιτούρα της συμφωνίας. Η αναπαράσταση αυτή της Κόλασης φαίνεται πως έγινε ένα σημείο αναφοράς, καθώς ο ίδιος ο Γκλουκ τη χρησιμοποίησε εκ νέου στην δεύτερη εκδοχή της όπεράς του Ορφέας και Ευρυδίκη, που μετά το πρώτο ανέβασμά της στη Βιέννη το 1762, παρουσιάστηκε το 1774 στο Παρίσι, επεξεργασμένη. Εκεί στην προσθήκη μιας σκηνής χορού ο Γκλουκ μετέφερε αυτούσιο το μέρος από το μπαλέτο του τού 1761 που είχε εμπνεύσει και τον Μποκερίνι για να περιγράψει μουσικά την Κόλαση. Ο μουσικός αυτός «τόπος» δεν θα μπορούσε να έχει πιο εύγλωττη επωνυμία από εκείνη που συνοδεύει ολόκληρη τη τριμερή Συμφωνία του Μποκερίνι: «Η οικία του Διαβόλου».


Wolfgang Amadeus Mozart, Κονσέρτο για κόρνο και ορχήστρα αρ. 2 σε μι ύφεση μείζονα, KV 417

ΚΟΝΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΒΙΡΤΟΥΟΖΟ ΦΙΛΟ

Την ίδια αυτή οικία επένδυσε μουσικά και ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ [Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)], στην όπερά του Ντον Τζοβάννι (Πράγα 1787) και μάλιστα με τρόπο που θυμίζει αρκετά τις αντίστοιχες απόπειρες των Γκλουκ και Μποκερίνι. Όμως το παιδί θαύμα της μουσικής που έμεινε γνωστό στην ιστορία ως ένας από τους σημαντικότερους και ευφυέστερους συνθέτες του κλασικισμού, έγραφε κατά βάση ευφρόσυνα και ευχάριστα έργα. Μια τέτοια σύνθεση είναι και το Κονσέρτο για κόρνο και ορχήστρα αρ. 2 σε μι ύφεση μείζονα, KV 417 που ολοκληρώθηκε το 1783, δηλαδή ένα χρόνο μετά την επιτυχή παρουσίαση της όπεράς του Απαγωγή από το Σεράι, μια σημαντική στιγμή για την καριέρα του εικοσιεξάχρονου συνθέτη. Το τριμερές Κονσέρτο (Allegro maestoso, Andante, Rondo-più allegro), γραμμένο, όπως και τα υπόλοιπα τέσσερα, για τον βιρτουόζο κορνίστα και φίλο του Γιόζεφ Λόυτγκεμπ [Joseph Leutgeb (1732-1811)], ο οποίος και τα πρωτοερμήνευσε, είναι ένα απαιτητικό για τον σολίστα έργο, ειδικά για την εποχή κατά την οποία γράφτηκε, καθώς δεν είχε ακόμη εφευρεθεί το νεώτερο κόρνο με τις βαλβίδες και η μουσική εκτέλεση ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Ο Λόυτγκεμπ διακρινόταν για την ιδιαίτερη τέχνη του δεξιού χεριού, το οποίο διαφοροποιούσε το τονικό ύψος στο εσωτερικό της καμπάνας του οργάνου, αναπληρώνοντας τις τεχνικές ελλείψεις του φυσικού κόρνου. Στις μέρες μας το κονσέρτο του Μότσαρτ παίζεται από σύγχρονο κόρνο με βαλβίδες.


Joseph Haydn, Συμφωνία αρ. 43 σε μι μείζονα (Ερμής)

ΜΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗ «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΩΜΑΤΙΟΥ»

 Μαζί με τον Μότσαρτ (1756-1791) και τον Μπετόβεν (1770-1827), ο  Γιόζεφ Χάυντν [Joseph Haydn (1732-1809)], θεωρείται ένας από τους τρεις συνθέτες της «Πρώτης Σχολής της Βιέννης», των γερμανόφωνων μουσικών που έδρασαν στη Βιέννη στα μέσα του 18ου αιώνα και οι οποίοι καλλιέργησαν το «κλασικό» ύφος στη μουσική. Ο Χάυντν, πρεσβύτερος και από τους τρεις, φίλος με τον κατά 24 χρόνια νεώτερό του Μότσαρτ και για ένα διάστημα δάσκαλος του κατά 38 χρόνια νεαρότερου Μπετόβεν είναι ο συνθέτης στον οποίο οφείλουμε την παγίωση της κλασικής συμφωνικής φόρμας, και για τον λόγο αυτό ονομάζεται και «πατέρας της συμφωνίας». Αν και καταγόταν από μια ταπεινή οικογένεια χωρίς ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, ο Χάυντν κατάφερε να κάνει μια σημαντική καριέρα και να αναγνωριστεί το έργο του ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η πρόσληψή του, το 1761, στην αυλή των Εστερχάζυ, όπου και έμεινε ώς το τέλος της ζωής του.

Ο πολυγραφότατος Χάυντν, συνέθεσε 104 συμφωνίες, ενώ η αρ. 43 σε μι ύφεση μείζονα με την επωνυμία «Ερμής» ολοκληρώθηκε το 1772, τη χρονιά που ο συνθέτης ολοκλήρωσε και άλλες τέσσερις συμφωνίες (44, 45, 46 και 47). Το ελαφρύ και λυρικό ύφος της τετραμερούς αυτής συμφωνίας (Allegro, Adagio, Menuetto, Finale – Allegro) θυμίζει μουσική δωματίου, γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως «συμφωνία δωματίου», ενώ δεν έχει διευκρινιστεί για ποιόν λόγο το έργο φέρει την επωνυμία του θεού των γραμμάτων και του εμπορίου. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της συνθετικής γλώσσας του «πατέρα» του συμφωνικού είδους.


Felix Mendelssohn Bartholdy, Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε μι ελάσσονα, έργο 64

Ένας Εβραίος βαπτισμένος Χριστιανός

Εγγονός του Εβραίου φιλοσόφου Μωυσή Μέντελσων [Moses Mendelssohn (1729-1786)], o Φέλιξ Μέντελσων Μπαρτόλντυ [Felix Mendelssohn Bartholdy (1809-1847)] γεννήθηκε στο Αμβούργο σε μια ευκατάστατη εβραϊκή οικογένεια (ο πατέρας του Άμπρααμ ήταν τραπεζίτης), η οποία όμως είχε ασπαστεί στον χριστιανισμό (εξού και το επίθετο Μπαρτόλντυ, το οποίο δήλωνε την επιθυμία αποκοπής από το εβραϊκό παρελθόν). Ο μικρός Φέλιξ έδειξε από νωρίς κλίση στη μουσική, όπως και η κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη αδελφή του Φάνη [Fanny], παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τη μητέρα τους Λέα [Lea].  Πολύ σύντομα τα αδέλφια Μέντελσων εμφανίζονταν να παίζουν μαζί σε συναυλίες ως παιδία θαύματα (ο Φέλιξ έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως ερμηνευτής σε ηλικία 9 ετών) ενώ ήδη στην εφηβεία του ξεκίνησε να συνθέτει.

Το Ωδείο της Λειψίας και ένα Κονσέρτο για βιολί

Το 1843, και ενώ ο Μέντελσων διέμενε πλέον στη Λειψία ως αρχιμουσικός στην περίφημη Ορχήστρα Γκεβάντχαους [Gewandhaus], έπεισε τον βασιλιά της Σαξονίας, Φρειδερίκο Αύγουστο Β΄ να ιδρύσει ένα Ωδείο, το οποίο διηύθυνε αλλά και στο οποίο δίδαξε ο ίδιος ο Μέντελσων για κάποια χρόνια (σήμερα φέρει το όνομα του). Ένα χρόνο αργότερα (τον Σεπτέμβριο του 1844), ο Γερμανός συνθέτης ολοκλήρωσε το περίφημο Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε μι ελάσσονα, έργο 64, ένα έργο του οποίου η σύνθεση είχε ξεκινήσει πριν από έξι περίπου χρόνια και το οποίο γράφτηκε για τον φίλο του βιολονίστα Φέρντιναντ Ντάβιντ [Ferdinand David (1810-1873)]. Ο τελευταίος ήταν εκείνος που το πρωτέπαιξε με το «Γκουαρνέρι» βιολί του, στο Γκεβάντχαους τον Μάρτιο του 1845. Παρότι ο Μέντελσων έπαιζε ο ίδιος βιολί, είχε πολύ συχνά συμβουλευτεί τον βιρτουόζο φίλο του για ζητήματα τεχνικής του βιολιού. Το ρομαντικό αυτό κονσέρτο δικαίως αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα έργα στο ρεπερτόριο του οργάνου.

 


Ludwig van Beethoven, Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, έργο 36

Το μεσαίο «Β» της Γερμανικής Μουσικής

O Λούντβιχ βαν Μπετόβεν [Ludwig van Beethoven (1770-1827)] ή το μεσαίο από τα «τρία Β» της Γερμανικής Μουσικής (Μπαχ, Μπετόβεν, Μπραμς) είναι ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες όλων των εποχών. Ο Μπετόβεν (ή Μπεετόβεν, όπως προφέρεται το όνομά του στα γερμανικά), γεννήθηκε στη Βόννη σε μουσική οικογένεια φλαμανδικής καταγωγής. Τα πρώτα μαθήματα μουσικής στο πιάνο και το βιολί ο Μπετόβεν τα πήρε από τον πατέρα Γιόχαν, ο οποίος, μιμούμενος το παράδειγμα του Λεοπόλδου Μότσαρτ, πατέρα του διάσημου συνθέτη, θέλησε να προωθήσει και τον δικό του ταλαντούχο στη μουσική γιο, ως παιδί θαύμα. Έτσι ο μικρός Λούντβιχ εμφανιζόταν σε ρεσιτάλ από την ηλικία των 7 ετών. Πρώτος δάσκαλός του στη σύνθεση ήταν ο αυλικός οργανίστας Κρίστιαν Γκότλομπ Νέεφε [Christian Gottlob Neefe (1748-1798)], κοντά στον οποίο ο Μπετόβεν έγραψε την πρώτη του σύνθεση σε ηλικία 13 ετών. To 1786 ο δεκαεξάχρονος Λούντβιχ ταξίδεψε στη Βιέννη με στόχο να μαθητεύσει κοντά στον Μότσαρτ [Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)]. Αν και δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες της σχέσεις τους (δεν γνωρίζουμε αν συναντήθηκαν καν), τον επόμενο χρόνο η μητέρα του αρρώστησε βαριά και ο Μπετόβεν επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου μετά τον αδόκητο θάνατό της μητέρας του  αναγκάστηκε να φροντίσει τους δύο μικρότερους αδελφούς του, καθώς ο πατέρας του είχε βυθιστεί στον αλκοολισμό. Ήταν ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Μότσαρτ – τον Νοέμβριο του 1792 – που ο Μπετόβεν κατάφερε να μετοικήσει στη Βιέννη για να μαθητεύσει κοντά στον Γιόζεφ Χάυντν [Joseph Haydn (1732-1809)] αυτή τη φορά. Το πρώτο διάστημα της παραμονής του στη Βιέννη και ενώ έπαιρνε μαθήματα και από άλλους συνθέτες (ανάμεσα στους οποίους και τον Ιταλό Αντόνιο Σαλιέρι [Antonio Salieri (1750-1825)], έκανε καριέρα ως βιρτουόζος εκτελεστής πληκτροφόρου. Η άνθηση και ωρίμανσή του ως συνθέτη θα αργούσε λίγο ακόμη, αλλά θα ήταν αποφασιστική. Η πρεμιέρα της Πρώτης και Δεύτερης Συμφωνίας του το 1800 και το 1803 αντιστοίχως τον έστεψαν τον άξιο νεαρό συνεχιστή των Χάυντν και Μότσαρτ.

Μια συμφωνία γραμμένη σε μια δύσκολη εποχή

Η Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, έργο 36 γράφτηκε μεταξύ του 1801 και 1802, σε μια δύσκολη περίοδο για τον Μπετόβεν ο οποίος συνειδητοποιούσε με απελπισία ότι τα προβλήματα ακοής που τον βασάνιζαν τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δεν ήταν παροδικά, αλλά και επιδεινώνονταν, γεγονός που τον είχε ωθήσει σε αυτοκτονικές σκέψεις. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στις 5 Απριλίου του 1803 στη Βιέννη με τον ίδιο τον Μπετόβεν στο πόντιουμ σε μια συναυλία που περιλάμβανε ακόμη την Πρώτη του Συμφωνία, το Τρίτο Κονσέρτο για πιάνο και το ορατόριο, Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών, τα βασικότερα, ουσιαστικά, έργα της λεγόμενης «πρώτης» περιόδου του συνθέτη. Παρότι γράφτηκε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή, η συμφωνία αυτή δεν προδίδει κάποια ψυχολογική αναστάτωση, αλλά έχει έναν δυναμισμό που προοιωνίζει, την Τρίτη Συμφωνία, την «Ηρωική», που ακολούθησε το 1804. Ίσως γιατί αυτό που απέτρεψε τον τριανταδιάχρονο Μπετόβεν από την αυτοκτονία, ήταν η αγάπη του για την τέχνη του και το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη προσφέρει στην ανθρωπότητα τον μεγαλύτερο μέρος των έργων του, τα έργα της δεύτερης και της τρίτης περιόδου, έργα που ενώ συνέθεσε τόσο μεγαλειωδώς, δεν κατάφερε να ακούσει ποτέ, παρά μόνο στο μυαλό του.


Donato Lovreglio/Giuseppe Verdi, Φαντασία πάνω σε θέματα της όπερας La Traviata, για κλαρινέτο και έγχορδα

Όταν η όπερα βγαίνει έξω από το θέατρο

Τον 19ο αιώνα, η όπερα ήταν το μουσικό είδος που κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Γνωστές άριες από όπερες παίζονταν καθημερινά στις πλατείες από μπάντες ή ακούγονταν σε σαλόνια μεταγεγραμμένες για πιάνο και φωνή, ή πιάνο και άλλα όργανα (συνηθέστερα φλάουτο). Στο πνεύμα αυτό εντάσσεται και ένας μεγάλος αριθμός έργων του συνθέτη και φλαουτίστα Ντονάτο Νοβρέλιο [Donato Lovreglio (1841-1907)], ο οποίος συνέθεσε κυρίως έργα για φλάουτο ή ξύλινα πνευστά. Αξιοποιώντας δημοφιλείς μελωδίες του συμπατριώτη του Τζουζέπε Βέρντι [Giuseppe Verdi (1813-1901)], του δημοφιλέστερου Ιταλού συνθέτη του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (μεταξύ άλλων από τις όπερες Χορός Μεταμφιεσμένων, Αΐντα, Σιμόν Μποκανέγκρα, Ντον Κάρλος, Ριγκολέτο αλλά και Τραβιάτα) ο Νοβρέλιο έδινε στο συναυλιακό κοινό της εποχής του τη δυνατότητα να φανταστεί ότι βρισκότανε στο θέατρο, αναπολώντας εμπειρίες από μελοδραματικές παραστάσεις.

Στη Φαντασία πάνω σε θέματα της όπερας Η Τραβιάτα, για κλαρινέτο και έγχορδα, ο Νοβρέλιο αναθέτει στο κλαρινέτο όλες τις γνωστές άριες της πρωταγωνίστριας της ομώνυμης όπερας, με τον κλαρινετίστα να επωμίζεται τον διπλό ρόλο της μουσικής αλλά και δραματικής ερμηνείας του εμβληματικού αυτού οπερατικού ρόλου.


Διονύση Λαυράγκα, Intermezzo lirico για έγχορδα

Ένα ελληνικό λυρικό Ιντερμέδιο

Ο Κεφαλλονίτης Διονύσιος Λαυράγκας (1860-1931) πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής στη γενέτειρά του με τον Λάζαρο Σεράο και τον Γεδεών Ολιβιέρι. Ιδιαίτερη επιρροή τού άσκησε ο συνθέτης Νικόλαος Τζανής Μεταξάς (1825-1907), ο οποίος διέκρινε το ταλέντο του και του εμφύσησε την αγάπη για την όπερα. Το 1882 πήγε για σπουδές ιατρικής στην Νάπολη, όπου και γράφτηκε στο Ωδείο Σαν Πιέτρο α Μαγιέλα [San Pietro a Majella], ενώ το 1885 παρακολούθησε μαθήματα σύνθεσης στο Παρισινό Κονσερβατουάρ, αρχικά ως ακροατής με τον Ντελίμπ [Léo Delibes (1836-1891)] και στη συνέχεια κανονικά με τον Μασσενέ [Jules Massenet (1842-1912)], ενώ στο όργανο είχε δάσκαλο τον Φρανκ [César Franck (1822-1890)]. Εκτός από το πλούσιο συνθετικό του έργο που περιλαμβάνει όπερες, ορχηστρικά έργα, μουσική δωματίου, αλλά και μουσική για κινηματογράφο, ο Λαυράγκας είχε έντονη μουσική και εκπαιδευτική δράση στην Ελλάδα.

Το Intermezzo lirico για έγχορδα, παρουσιάστηκε για πρώτη, πιθανόν, φορά στην Αθήνα στα 1895 και έγινε πολύ θερμά δεκτό από το κοινό. Πρόκειται για ένα ρομαντικού ύφους λυρικό ιντερμέδιο που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα έργα της ξένης μουσικής φιλολογίας. Το χειρόγραφο του έργου βρέθηκε στο Αρχείο του Ωδείου Αθηνών.


Leoš Janáček, Σουίτα για ορχήστρα εγχόρδων

Μια πρώιμη σουίτα του διασημότερου Τσέχου οργανίστα

Ο Τσέχος συνθέτης Λέος Γιάνατσεκ [Leoš Janáček (1854 –1928)] είναι σήμερα μαζί με τον Ντβόρζακ [Antonín Dvořák (18411904)] και τον Σμέντανα [Bedřich Smetana (18241884)] ένας από τους τρεις σημαντικότερους συνθέτες της Τσεχίας. Aν και η επιθυμία του πατέρα του ήταν να ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση και να γίνει δάσκαλος, ο μικρός Λέος έδειξε νωρίς το ταλέντο του στη μουσική ως χορωδός. Σε ηλικία έντεκα ετών ο μελλοντικός δημιουργός της Γενούφα και της Πονηρής Αλεπουδίτσας συμμετείχε στη χορωδία του Αβαείου του Αγίου Θωμά στο Μπρνό, όπου τραγουδούσε και έπαιζε εκκλησιαστικό όργανο κοντά στο πρώτο και σημαντικό του δάσκαλο Πάβελ Κριτσκόφσκυ [Pavel Křížkovský (1820 – 1885)]. Σπούδασε εκκλησιαστικό όργανο, πιάνο και σύνθεση στην Πράγα (1874-5) και την Λειψία (1879-80). Το 1881 ίδρυσε στο Μπρνό σχολή Εκκλησιαστικού οργάνου, που σήμερα είναι το Ωδείο της πόλης. Έμεινε γνωστότερος στην ιστορία για την ένταξη φολκλορικών στοιχείων της ιδιαίτερης πατρίδας του Μοραβίας στα συμφωνικά και μελοδραματικά του έργα.

Η Σουίτα για ορχήστρα εγχόρδων JW 6/2 γράφτηκε το 1877, όταν ο Γιάνατσεκ ήταν εικοσιτριών ετών και πρωτοπαρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους υπό την διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Σε αντίθεση με ωριμότερες συνθέσεις του, η νεανική Σουίτα χαρακτηρίζεται από ένα ελαφρύ και ευφρόσυνο ύφος.


Johann Sebastian Bach, Βραδεμβούργιο Κονσέρτο αρ. 3 σε σολ μείζονα

Ένα κονσέρτο για πολλά όργανα

Όταν το 1719 ο μαρκήσιος του Βραδεμβούργου και συλλέκτης μουσικής Κρίστιαν Λούντβιχ [Christian Ludwig (1677-1734)] γνώρισε τον μεγάλο Κάντορα της Λειψίας, Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ [Johann Sebastian Bach (1685-1750)] εντυπωσιάστηκε τόσο που του ζήτησε να του χαρίσει κάποιες συνθέσεις του. Τρία χρόνια αργότερα (τον Μάρτιο του 1721) ολοκληρώθηκε ο κύκλος των έξι Βραδεμβούργιων Κονσέρτων και παραδόθηκε στον μαρκήσιο του Βραδεμβούργου από τον Μπαχ μαζί με μια επιστολή γραμμένη στα γαλλικά. Στην επιστολή ο συνθέτης ονόμαζε τα έργα αυτά «Κονσέρτα με πολλά όργανα»  («Concerts avec plusieurs instruments»), που στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο παρά για την περιγραφή του είδους στο οποίο ανήκαν: κονσέρτο γκρόσο [concerto grosso], δηλαδή κονσέρτο για πολλά όργανα (και όχι για κάποιο σόλο όργανο). Ο τίτλος ενός από τα δημοφιλέστερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου της μουσικής αποδόθηκε πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν το ξεχασμένο πλέον χειρόγραφο εντοπίστηκε στα Αρχεία του Βραδεμβούργου. Πολλά από τα κονσέρτα αποτελούν παλαιότερες συνθέσεις του Μπαχ, επεξεργασμένες, ενώ μέρη τους επανέρχονται σε μεταγενέστερα έργα. Έτσι από το Τρίτο κοντσέρτο σε σολ μείζονα (BWV 1048), το πρώτο μέρος (Αλέγκρο) θα αναβιώσει σε μια σύνθεση του 1729, την Ιερή Καντάτα (BWV 174), ενώ το τρίτο μέρος (επίσης Αλέγκρο) αξιοποιεί το τέταρτο μέρος από την Pastorale σε φα μείζονα (BWV 590). Και στα τρία μέρη χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος ανάμεσα στις ομάδες οργάνων της ορχήστρας, όπως συμβαίνει συνήθως στα κονσέρτι γκρόσι.


Antonio Vivaldi, Concerto grosso, op.3, 11 σε ρε ελάσσονα

Αρμονικός οίστρος

Γνωστότερος για τις Τέσσερις Εποχές του, ο Βενετσιάνος Αντόνιο Βιβάλντι [Antonio Vivaldi (1678-1741)] αποτελεί τον σημαντικότερο Ιταλό συνθέτη της γενιάς του και έναν από τους σημαντικότερους θεμελιωτές του είδους του μπαρόκ κονσέρτου. Ο κύκλος των 12 κονσέρτι γκρόσι που απαρτίζουν τον Αρμονικό Οίστρο [Lestro Armonico], έργο με αύξοντα αριθμό μόλις 3, τυπώθηκε σε δύο τόμους το 1711 στο Άμστερνταμ και άσκησε πολύ μεγάλη επιρροή σε μεταγενέστερες συνθέσεις. Πολλοί συνθέτες έκαναν μεταγραφές των κονσέρτων αυτών για άλλα οργανικά σύνολα, ενώ συχνά, μουσικά θέματά του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ίδιος ο Μπαχ, ο οποίος θαύμαζε τον Βιβάλντι και το έργο του, είχε μεταγράψει έξι από τα κονσέρτα του Αρμονικού Οίστρου – σε αυτά και το Κονσέρτο Γκρόσο, έργο 3, αριθμός 11 σε ρε ελάσσονα, RV 565 (πρόκειται για μεταγραφή για εκκλησιαστικό όργανο, BWV 596, ένα έργο που ο οργανίστας Βίλχελμ Φρήντεμαν Μπαχ [Wilheml Friedemann Bach (1710 – 1784)], ο πρωτότοκος γιος του Γιόχαν Σεμπάστιαν, ενέταξε στο ρεπερτόριό του). Αλλά η επιρροή του συγκεκριμένου κονσέρτου στο έργο του Μπαχ είχε και άλλη μια έκφανση: η αρχή του τελευταίου μέρους (Αλέγκρο) αποτέλεσε την βάση για το δεύτερο μέρος ενός άλλου έργου του Μπαχ, την Καντάτα Κύριε κατά το πλήθος των οδυνών μου [Ich hatte viel Bekümmernis] (BWV 21) που συνετέθη το 1714. Και σε αυτό το κονσέρτο γκρόσο ο ακροατής απολαμβάνει τον διάλογο μεταξύ των οργάνων.


Wolfgang Amadeus Mozart, Divertimento σε ρε μείζονα KV 136

Ανάμεσα σε δύο ταξίδια στην Ιταλία

 Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ [Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)] ήταν μόλις 16 ετών όταν συνέθεσε το δημοφιλέστατο Ντιβερτιμέντο σε ρε μείζονα, KV 136, δηλαδή στις αρχές του 1772. Ο νεαρός μουσικός είχε μόλις επιστρέψει από ένα δεκαπεντάμηνο ταξίδι με τον πατέρα του στην Ιταλία, το δεύτερο από τα τρία ταξίδια στην ιταλική χερσόνησο, που είχαν ως στόχο να προβληθεί το ιδιαίτερο ερμηνευτικό αλλά και συνθετικό ταλέντο του Μότσαρτ. Στα ταξίδια αυτά ο έφηβος ακόμη μουσικός είχε την ευκαιρία να εξοικειωθεί με την ιταλική μουσική, αλλά και να συνθέσει: στην Ιταλία ανέλαβε, ολοκλήρωσε και παρουσίασε τη σύνθεση της πρώτης του όπερα σέρια, Μυθριδάτης, ο βασιλιάς του Πόντου (1770), η επιτυχία της οποίας μετά το πρώτο ανέβασμα στο Μιλάνο προκάλεσε και την δημιουργία των Ο Ασκάνιο στην Άλμπα (1771) και Λούτσιο Σίλα (1772). Το Ντιβερτιμέντο σε ρε μείζονα KV 136 (όπως άλλωστε και τα Ντιβερτιμέντι KV 137 και 138) γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης παραμονής τού Μότσαρτ στην γενέτειρά του, καθώς τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο νεαρός συνθέτης θα άφηνε και πάλι το Ζάλτσμπουργκ για το τρίτο και τελευταίο ταξίδι του στην Ιταλία. Το Ντιβερτιμέντο σε ρε αποτελείται από τρία μέρη (Αλέγκρο, Αντάντε, Πρέστο) και ανταποκρίνεται απολύτως στο είδος στο οποίο ανήκει: είναι ένα έργο που έχει ως στόχο να διασκεδάσει.


Alessandro Scarlatti, Cantata pastorale per la nascità di Nostro Signore

Μια Ναπολιτάνικη Καντάτα

O Ναπολιτάνος Aλεσάντρο Σκαρλάτι [Alessandro Scarlatti (1660-1725)] είναι ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του Μπαρόκ αλλά και ο θεμελιωτής της Ναπολιτάνικης Όπερας, η οποία κυριάρχησε στο είδος της όπερα σέρια τον 18ο αιώνα. Ο Σκαρλάτι εισήγαγε καινοτομίες στη δομή της όπερας που επηρέασαν όλους συνθέτες του είδους μέχρι και τον 19ο αιώνα. Οι περισσότερες από 65 όπερές του φανερώνουν έναν συνθέτη που ξέρει πώς να προβάλει την εκφραστικότητα και την δραματικότητα. Η εξοικείωσή του με την φωνητική σύνθεση είναι φανερή και στις πάνω από 600 καντάτες που έγραψε, οι περισσότερες από τις οποίες για σοπράνο. Η χριστουγεννιάτικη καντάτα Ω από την Βηθλεέμ αρχοντική φτώχεια [O di Beltemme altera povertà], με τον υπότιτλο Ποιμενική Καντάτα για τη γέννηση του Κυρίου μας [Cantata pastorale per la nascità di Nostro Signore] γράφτηκε γύρω στα 1705 ενώ ο συνθέτης βρισκόταν στη Ρώμη και είχε ήδη κάνει σημαντική καριέρα ως συνθέτης όπερας. Το έργο, που υμνεί την γέννηση του Χριστού, εκδόθηκε μόλις το 1969.


 

© 2016-2020 ΩΔΕΙΟN ΑΘΗΝΩΝ - All rights reserved | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | Mindcrafted by Scicada.eu