ACADEMICA – Β’ ΚΥΚΛΟΣ 2020

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ACADEMICA – Β’ ΚΥΚΛΟΣ 2020

 

ΤΕΤΑΡΤΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ
21:00
ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
(αύλειος χώρος)
ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΙΟΥΛΙΟΥ
21:00
ΔΗΜΟΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ 
INTERNATIONAL SCHOOL OF ATHENS (ISA)
ΔΕΥΤΕΡΑ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ
21:00
ΔΗΜΟΣ ΛΥΚΟΒΡΥΣΗΣ ΠΕΥΚΗΣ
ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΛΥΚΟΒΡΥΣΗ
ΤΕΤΑΡΤΗ 22 ΙΟΥΛΙΟΥ
21:00
ΔΗΜΟΣ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ 
ΘΕΑΤΡΑΚΙ ΛΑΓΟΝΗΣΙΟΥ

 

 

Johann Christian Bach, Συμφωνία σε ρε μείζονα, έργο 3, αρ. 1
Allegro con spirito
Andante
Presto

Wolfgang Amadeus Mozart, Κονσέρτο για ομπόε και ορχήστρα σε ντο μείζονα, KV 314
Allegro aperto
Adagio non troppo
Allegretto

Σολίστ: Σπύρος Κοντός

Wolfgang Amadeus Mozart, Συμφωνία αρ. 29, σε λα μείζονα, KV 201
Allegro moderato
Andante
Menuetto
Allegro con spirito

Μουσική διεύθυνση: Νίκος Aθηναίος

Πρώτα βιολιά Οδυσσέας Κορέλης, Φρανς Σεστάνι, Iρίνα Σαλένκοβα, Κίτι Βαρδάμη, Κωνσταντίνος Μπουραντάς, Ιωάννης Τζιώτης
Δεύτερα βιολιά Αντωνέλα Τσεφά, Ηλέκτρα Βεζύρογλου, Γεωργία Τσολάκη, Τάσος Γρατσίας
Βιόλες Αντώνης Μανιάς, Γιώργος Γιακουμής, Παναγιώτης Αράπογλου, Μάκης Τσορούκογλου (ευγενική συμμετοχή)
Βιολοντσέλα Βαγγέλης Νίνα, Έλλη Φιλίππου, Αλέξανδρος Χαραλάμπους
Κοντραμπάσο Θεόδωρος Λυγνός
‘Ομποε Γιώργος Θεοδωρόπουλος, Χαριτίνη Δεσύλλα
Κόρνο Γιώργος Mιχαήλ, Άγγελος Μιχαήλ

 

Λίγα λόγια για τον Σπύρο Κοντό

ΣΚ

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και σπούδασε όμποε στην Αθήνα με τον Γιάννη Παπαγιάννη, στην Καρλσρούη με τον Τhomas Ιndermühle και στη Γενεύη με τον Maurice Bourgue.
Από το 1997 κατέχει τη θέση του πρώτου όμποε στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ. Έχει διδάξει από το 2002 στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Από το 2006 διοργανώνει ετήσιο διεθνές σεμινάριο στην Κέρκυρα, ενώ επίσης έχει δώσει σεμινάρια σε πανεπιστήμια σε Γερμανία και ΗΠΑ.
Έχει έντονη δραστηριότητα με ρεσιτάλ και μουσική δωματίου, μεταξύ άλλων σε συνεργασία με το ΜΜΑ, την Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ραδιοφωνικές μεταδόσεις στο Τρίτο Πρόγραμμα κα. Έχει παίξει σε παράσταση της Ρούλας Πατεράκη στην Επίδαυρο. Το 2018 παρουσίασε ρεσιτάλ με έργα ελλήνων συνθετών, στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου IDRS στην Γρανάδα.
Η δισκογραφία του περιλαμβάνει αποκλειστικά έργα Ελλήνων συνθετών και είναι διαθέσιμη στις εταιρίες DNAlab, Centaur, Irida, Rekem, Phasma, Universal κα. Ο προσωπικός δίσκος Metamorphosis (2012) απέσπασε εξαιρετικές κριτικές διεθνώς, καθώς και το βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής.

 

Λίγα λόγια για τον Νίκο Αθηναίο

Αθηναιος

Ο Νίκος Αθηναίος σπούδασε Πιάνο, Σύνθεση και Διεύθυνση Ορχήστρας στην Αθήνα, την Κολωνία και το Ντύσσελντορφ.
Μετά από θητεία ως αρχιμουσικός σε διάφορα γερμανικά μουσικά θέατρα, ονομάστηκε το 1990 Γενικός Μουσικός Διευθυντής στην Φρανκφούρτη του Όντερ, θέση την οποία κατείχε μέχρι το 2001. Υπό την καθοδήγηση του η Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης αναδείχθηκε σύντομα σε κορυφαίο συμφωνικό σύνολο του Βραδεμβούργου και εξελίχτηκε στην σημερινή Βραδεμβούργια Κρατική Ορχήστρα (“Brandenburgisches Staatsorchester”).  Με την ορχήστρα αυτή αφομοίωσε ο Νίκος Αθηναίος ένα ευρύτατο ρεπερτόριο συμφωνικής μουσικής και πραγματοποίησε μία σειρά από περιοδείες, τόσο στην Γερμανία όσο και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, με συναυλίες σε σημαντικά μουσικά κέντρα.  Έχει διευθύνει πολλές σημαντικές ορχήστρες του εξωτερικού και όλες τις σημαντικές ελληνικές ορχήστρες.
Από τον Μάιο του 2000 μέχρι τον Απρίλιο του 2010 υπήρξε ο πρώτος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Σήμερα είναι Γενικός Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Ωδείου Aθηνών και ταυτόχρονα Καλλιτεχνικός Δ/ντής και μαέστρος της Ορχήστρας Academica του Ωδείου Αθηνών.

 

Λίγα λόγια για τα έργα της συναυλίας

Ο «Μπαχ του Λονδίνου»

Αν και ο γνωστότερος – και σημαντικότερος – Μπαχ στην ιστορία της ανθρωπότητας ήταν ο Γιόχαν Σεμπάστιαν (1685-1750), η συμβολή της οικογένειας Μπαχ στον χώρο της μουσικής αριθμεί περισσότερους από 50 επαγγελματίες μουσικούς και ξεκινάει από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα με τον παππού του Γιόχαν Σεμπάστιαν, τον Φάιτ Μπαχ. Ο ίδιος ο Γιόχαν Σεμπάστιαν απέκτησε 20 τέκνα, 10 από τα οποία πρόλαβαν να ενηλικιωθούν, και από αυτά 7 ασχολήθηκαν με τη μουσική.

Ο Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ [Johann Christian Bach (1735-1782)] ήταν ο μικρότερος από τους γιους του Μπαχ που διακρίθηκαν στη μουσική, και μαζί με τον Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ (1714-1788) αποτελούν τους δύο γνωστότερους απογόνους της οικογένειας. Μάλιστα ο τελευταίος απέκτησε τόση φήμη στην εποχή του, που για χρόνια σχεδόν επισκίαζε το όνομα του πατέρα του. Παρότι τα δύο αδέλφια είχαν στενές οικογενειακές αλλά και μουσικές σχέσεις (ο Γιόχαν Κρίστιαν μαθήτευσε κοντά στον κατά 20 έτη πρεσβύτερο αδελφό του, ύστερα από τον θάνατο του πατέρα τους, που βρήκε τον μικρό Γιόχαν Κρίστιαν σε ηλικία μόλις 15 ετών) σύντομα οι δρόμοι τους χωρίστηκαν και ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Ο Γιόχαν Κρίστιαν έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο «Μπαχ του Λονδίνου», ή ο «Άγγλος Μπαχ» όχι μόνο γιατί έζησε στη βρετανική πόλη ώς το τέλος της ζωής του, αλλά και γιατί η μουσική του γλώσσα διαφοροποιήθηκε και από εκείνη του πατέρα του, αλλά και του αδελφού του Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ, του «Μπαχ του Βερολίνου».

Το 1755 ο βενιαμίν της οικογένειας Μπαχ εγκατέλειψε τη Γερμανία (αλλά και το αυστηρό γερμανικό ύφος) για την Ιταλία, όπου διέμεινε για επτά χρόνια. Εκεί ο Γιόχαν Κρίστιαν γνώρισε την ιταλική μουσική παράδοση και επηρεάστηκε από αυτήν, ενώ δεν είναι τυχαίο πως είναι ο μόνος εκπρόσωπος της οικογένειας Μπαχ που συνέθεσε όπερες. Το οπερατικό ύφος συνέβαλε και στην δημιουργία του προρομαντικού κινήματος του «Στουρμ ουντ Ντραγκ» [«Sturm und Drang»],  (που έχει αποδοθεί στα ελληνικά ως «Θύελλα και Ορμή»), ένα κίνημα που προέρχεται από τον χώρο της λογοτεχνίας (με βασικούς εκπροσώπους τον Γκαίτε και τον Σίλλερ) και που έχει ως βασικό χαρακτηριστικό το πάθος, και την συναισθηματική έκρηξη. Το είδος υπηρέτησαν επάξια οι γιοι Μπαχ, αλλά και οι Χάυντ και Μότσαρτ.

Το 1762, ο Γιόχαν Κρίστιαν εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου και διέμεινε ώς το τέλος της ζωής του, συμμετέχοντας στη μουσική ζωή της πόλης, διοργανώνοντας, μεταξύ άλλων, και συναυλίες. Σε κάποιες από αυτές θα πρέπει να παρουσιάστηκαν και οι πρώτες Έξι Συμφωνίες του, που εκδόθηκαν το 1765 ως έργο 3. Η πρώτη, γραμμένη στη ρε μείζονα είναι χωρισμένη σε τρία μέρη (Allegro con spirito – Andante – Presto) και αποπνέει ακόμη την αύρα της ιταλικής χερσονήσου.

Δάσκαλος και μαθητής

Λίγους μήνες πριν την έκδοση των έξι αυτών συμφωνιών, ο Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ είχε γνωρίσει τον οκτάχρονο, αλλά ήδη πολλά υποσχόμενο, συνθέτη  Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ [Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)], ο οποίος βρισκόταν στο Λονδίνο μαζί με τον πατέρα του Λεοπόλδο. Η επιρροή του Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ στον νεαρό Μότσαρτ ήταν, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, εξίσου καθοριστική όσο και εκείνη του πατέρα του. Ο μικρός συνθέτης από το Ζάλτσμπουργκ μαθήτευσε κοντά στον «Άγγλο Μπαχ» για 14 περίπου μήνες και η σχέση αυτή υπήρξε καθοριστική για τον Μότσαρτ. Χαρακτηριστικό είναι πως συχνά, καθισμένος στα πόδια τού Γιόχαν Κρίστιαν, ο μικρός Αμαντέους έπαιζε λίγα μέτρα μουσικής στο τσέμπαλο και ο Γιόχαν Κρίστιαν συνέχιζε, και έτσι ολοκληρωνόταν σιγά σιγά ολόκληρη η σονάτα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδελφής του Μότσαρτ, αν κάποιος άκουγε χωρίς να βλέπει, θα νόμιζε πως ήταν ο ίδιος άνθρωπος που έπαιζε. Η επιρροή του Μπαχ στη διαμόρφωση του μουσικού ύφους του Μότσαρτ είναι φανερή όχι μόνο στα έργα που έγραψε ο Μότσαρτ κατά την παραμονή του στο Λονδίνο, αλλά και σε ολόκληρη την μετέπειτα συνθετική του πορεία.

Το τριμερές Κονσέρτο για ομπόε και ορχήστρα σε ντο μείζονα, KV 314 (Allegro aperto – Adagio non troppo – Allegretto) γράφτηκε το 1777 από τον 21 ετών Μότσαρτ, για τον ομποΐστα φίλο του Τζουζέπε Φερλέντις [Giuseppe Ferlendis (1755-1892)]. Την επόμενη χρονιά ο Φλαμανδός φλαουτίστας Φέρντιναντ ντε Γιαν [Ferdinand De Jean (1731–1797)] ζήτησε στον Μότσαρτ να του γράψει 4 κουαρτέτα και τρία κοντσέρτα για φλάουτο. Ο Μότσαρτ πρόλαβε να γράψει μόνο 3 κουαρτέτα και δύο κοντσέρτα για φλάουτο, ενώ μετέγραψε το Κονσέρτο για όμποε για φλάουτο (στη ρε μείζονα, τη φυσική κλίμακα του φλάουτου) και τα παρέδωσε στον εντολοδόχο του. Αν και ο Ντε Γιαν αρνήθηκε να τον πληρώσει, γιατί θεώρησε το έργο απλή μεταγραφή, οι δύο εκδοχές του έργου (για όμποε και για φλάουτο) αποτελούν σήμερα δημοφιλέστατα και αγαπημένα συναυλιακά έργα.

Παρότι η Συμφωνία αρ. 29 σε λα μείζονα, KV 201 γράφτηκε το 1774, δηλαδή δέκα χρόνια μετά την γνωριμία του Μότσαρτ με τον Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ είναι ακόμη εμφανής η επιρροή του «Άγγλου Μπαχ». Το έργο, χωρισμένο σε τέσσερα μέρη (Allegro moderato – Andante – Menuetto – Allegro con spirito) αποτελεί μια από τις γνωστότερες συνθέσεις του Μότσαρτ, ενώ για το τελευταίο μέρος της, είναι, σύμφωνα με τον μουσικολόγο Άλφρεντ Άινσταϊν, το πλουσιότερο και το δραματικότερο μουσικό κομμάτι που ο συνθέτης είχε γράψει ώς εκείνη τη στιγμή. Η επιρροή που άσκησε ο τελευταίος γιος του Μπαχ στον σημαντικότερο συνθέτη της εποχής του Κλασικισμού αποτυπώνεται στην φράση που είπε ο Μότσαρτ όταν πληροφορήθηκε για τον θάνατο του δασκάλου του: «Τί απώλεια για τον μουσικό κόσμο!».


Επιμέλεια κειμένων: Στέλλα Κουρμπανά, Δρ. Ιονίου Πανεπιστημίου, ‘Εφορος Αρχείου Ωδείου Αθηνών 

 

 

© 2016-2020 ΩΔΕΙΟN ΑΘΗΝΩΝ - All rights reserved | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | Mindcrafted by Scicada.eu