ΟΙ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ ΤΟΥ 2022

Τα έργα που ακολουθούν -με χρονολογική σειρά- παρουσιάστηκαν την περίοδο 2022 κατά τη διάρκεια πέντε κύκλων συναυλιών στην περιφέρεια Αττικής, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Οι βιντεοσκοπήσεις έγιναν κατά τη διάρκεια συναυλιών είτε στην αίθουσα “Άρης Γαρουφαλής” του Ωδείου Αθηνών, είτε σε χώρους από τους οποίους πραγματοποιήθηκε ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση.

(Σημ: δεν υπάρχουν διαθέσιμα βίντεο για όλα τα έργα που παρουσιάστηκαν)

Δημήτρη Λιάλιου: Σερενάτα για έγχορδα

Ο Δημήτρης Λιάλιος (1869-1940) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα, όπου και πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής (βιολί και πιάνο), ενώ συνέχισε τις σπουδές του στο Ωδείο του Μονάχου κοντά στον Λούντβιχ Τούιλε [Ludwig Thuille (1861-1907)], τον στενό φίλο και συνοδοιπόρο του Ρίχαρντ Στράους [Richard Strauss (1864-1949)]. Κινούμενος στον κύκλο της Σχολής του Μονάχου, ο Λιάλιος καλλιέργησε πρώτος συστηματικά στην Ελλάδα, το συμφωνικό είδος και τις μορφές μουσικής δωματίου, ακολουθώντας ένα καθαρά γερμανικό ρομαντικό ιδίωμα, αφήνοντάς μας πλήθος έργων, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τρεις λειτουργίες αλλά και μία όπερα.

Η αχρονολόγητη Σερενάτα για έγχορδα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Η χειρόγραφη παρτιτούρα της φυλάσσεται στο Αρχείο του Ωδείου Αθηνών και φέρει εκτελεστικές σημειώσεις του μαέστρου Θεόδωρου Βαβαγιάννη από την πρώτη παρουσίαση, που έλαβε χώρα επτά χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη, στις 20 Απριλίου του 1947.


Διονύση Λαυράγκα: Λυρικό Ιντερμέδιο & Ανδρέα Νεζερίτη: Μουσική μπαλέτου

Στο ίδιο συνθετικό ύφος με την ρομαντική Σερενάτα του Λιάλιου κινείται και το Λυρικό Ιντερμέδιο του κατά εννέα χρόνια πρεσβύτερου Διονύσιου Λαυράγκα (1860-1931). Ακολουθώντας διαφορετική πορεία, ο Λαυράγκας, αφού πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής στη γενέτειρά του την Κεφαλονιά, πήγε το 1882 για σπουδές ιατρικής στην Νάπολη, όπου και γράφτηκε στο Ωδείο Σαν Πιέτρο α Μαγιέλα [San Pietro a Majella], ενώ το 1885 παρακολούθησε μαθήματα σύνθεσης στο Παρισινό Κονσερβατουάρ, αρχικά ως ακροατής με τον Ντελίμπ [Léo Delibes (1836-1891)] και στη συνέχεια κανονικά με τον Μασσενέ [Jules Massenet (1842-1912)], ενώ στο όργανο είχε δάσκαλο τον Φρανκ [César Franck (1822-1890)]. Εκτός από το πλούσιο συνθετικό του έργο που περιλαμβάνει όπερες, ορχηστρικά έργα, μουσική δωματίου, αλλά και μουσική για κινηματογράφο, ο Λαυράγκας είχε έντονη μουσική και εκπαιδευτική δράση στην Ελλάδα, ενώ για ένα διάστημα διετέλεσε καθηγητής στο Ωδείο Αθηνών.
Το Λυρικό Ιντερμέδιο για έγχορδα, παρουσιάστηκε για πρώτη, πιθανόν, φορά στην Αθήνα στα 1895 και έγινε πολύ θερμά δεκτό από το κοινό. Το χειρόγραφο του έργου βρίσκεται επίσης στο Αρχείο του Ωδείου Αθηνών.

Με το Ωδείο Αθηνών, αλλά και με τον Διονύσιο Λαυράγκα σχετίζεται και ο έτερος Πατρινός συνθέτης της συναυλίας Ανδρέας Νεζερίτης (1897-1980), ο οποίος πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου στην γενέτειρά του με την συνθέτρια Αντιγόνη Παπαμικροπούλου, ενώ ξεκίνησε να συνθέτει ήδη από την ηλικία των έξι ετών. Το 1917 μετακόμισε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη πιάνου της Λήδας Ευλαμπίου-Βωτιέ και στη συνέχεια σε εκείνες του Λούντβιχ Βασσενχόφεν και του Σπύρου Φαραντάτου, ενώ στα θεωρητικά (Αρμονία και Αντίστιξη) είχε δάσκαλο τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Το 1924 αποφοίτησε από το Ωδείο και συνέχισε τις σπουδές του στη μουσική κοντά στον Κεφαλλονίτη Διονύσιο Λαυράγκα (1860-1941), με τον οποίο έκανε μαθήματα σύνθεσης από το 1926 έως το 1933. Ο Νεζερίτης έγραψε έργα συμφωνικής μουσικής, κοντσέρτα, έργα μουσικής δωματίου, έργα για πιάνο, χορωδιακά και τρεις όπερες. Παρότι συχνά συγκαταλέγεται στους συνθέτες της Εθνικής Σχολής και κάποια πρώιμα έργα έχουν ελληνικό χρώμα, ο Νεζερίτης είχε επηρεαστεί έντονα από τον μουσικό ιμπρεσιονισμό, ενώ ωριμάζοντας, στράφηκε προς μια νεοκλασικότερη έκφραση.

Σε αυτό το ύφος κινείται και η γραμμένη το 1940 Μουσική Μπαλέτου (op. 55), με τα ιμπρεσιονιστικά στοιχεία που υπήρχαν και σε πρωιμότερα έργα του να είναι διακριτά και σε αυτό το μπαλέτο. Το έργο που ακολουθεί την παλαιού τύπου δομή της Σουίτας, εκτός από το εισαγωγικό μέρος (Allegro con brio), χωρίζεται σε 5 μέρη-χορούς: Γκαβότα (Tempo di Gavotta), Μενουέτο (Andante con grazia), Σιτσιλιάνα, (Andante calmo, molto espressivo), Σαραμπάντα (Largo molto espressivo ed sostenuto) και Ζίγκα (Vivace). Η Μουσική Μπαλέτου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από την Συμφωνική Ορχήστρα Ωδείου Αθηνών, το 1942 στο Θέατρο Ολυμπία, σε μουσική διεύθυνση του Θεόδωρου Βαβαγιάννη.


Θεόδωρου Αντωνίου: Hommage, για κιθάρα και ορχήστρα εγχόρδων.

Γραμμένο για τον κιθαρίστα Κώστα Κοτσιώλη και αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκη (1925-1994), το 2007, το Hommage του Θεόδωρου Αντωνίου (1935-2018), δεν θυμίζει τις πρωτοποριακές ατονικές του συνθέσεις του Έλληνα ηγέτη της μουσικής πρωτοπορίας. Το έργο, παραγγελία για τον εορτασμό του 30ου φεστιβάλ κιθάρας της Αθήνας, αποτελεί, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, έναν φόρο τιμής στον «πιο ευφάνταστο και ταλαντούχο μουσικό» που είχε γνωρίσει ποτέ ο Αντωνίου, τον «γενναιόδωρο και υποστηρικτικό με τους νέους δημιουργούς»  Χατζηδάκι. Ο Αντωνίου, ο οποίος είχε σπουδάσει βιολί και σύνθεση στην Ελλάδα (στο Εθνικό και το Ελληνικό Ωδείο, αλλά και με τον Γ.Α. Παπαϊωάννου) για να συνεχίσει τις σπουδές του στη σύνθεση και τη διεύθυνση ορχήστρας στην Γερμανία (στο Μόναχο και στο Ντάρμστατ), είχε μοιράσει τη ζωή του ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αμερική, διδάσκοντας, συνθέτοντας αλλά και διευθύνοντας. Έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην προώθηση της σύγχρονης μουσικής τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα, ιδρύοντας μουσικά σχήματα σύγχρονης μουσικής και αναδεικνύοντας με κάθε τρόπο πρωτοποριακά έργα και δημιουργούς. Οι πάνω από 450 συνθέσεις του φανερώνουν έναν συνθέτη που κινείται ευέλικτα ανάμεσα στα διάφορα συνθετικά στυλ, έτσι και στο Hommage, ο Αντωνίου ακολουθεί τις συνθετικές επιταγές του ύφους του Μάνου Χατζηδάκι, αξιοποιώντας επτά γνωστές και αγαπημένες μελωδίες σε ένα έργο στο οποίο προσέφερε «τα συναισθήματά του και την ψυχή του», όπως δήλωνε ο ίδιος.


Gioachino Rossini: Sonata a quatro no 3 in C 

Ο Τζοακίνο Ροσσίνι [Gioachino Rossini (1792-1868)], ένας από τους δημοφιλέστερους συνθέτες όπερας όλων των εποχών, είναι σήμερα περισσότερο γνωστός για την ταχύτητα με την οποία συνέθεσε τις 39 όπερές του ή για την αγάπη του για τη μαγειρική – στην οποία αφοσιώθηκε στα τελευταία 32 χρόνια της ζωής του –και λιγότερο για τα έργα που συνέθεσε για οργανικά σύνολα. Παρόλα αυτά ο συνθέτης από το Πέζαρο είχε υπογράψει έναν σημαντικό αριθμό εξαιρετικά καλογραμμένων έργων μουσικής δωματίου, ειδικά στα πρώτα χρόνια της συνθετικής του καριέρας.

Καταγόμενος από οικογένεια μουσικών (η μητέρα του ήταν τραγουδίστρια και ο πατέρας του κορνίστας), ο Τζοακίνο ξεκίνησε μαθήματα μουσικής το 1802 σε ηλικία δέκα ετών: αρχικά κόρνου με τον πατέρα του και στη συνέχεια τραγουδιού αλλά και σύνθεσης με τον Τζουζέπε Μαλέρμπι [Giuseppe Malerbi (1771-1849)], έναν συνθέτη στον οποίο ο Ροσσίνι χρωστούσε, μεταξύ άλλων, και την αγάπη του για τη μουσική του Χάυντ και του Μότσαρτ.  Το καλοκαίρι του 1804, ο δωδεκάχρονος Ροσσίνι βρέθηκε στο σπίτι του Αγκοστίνο Τριόσι [Agostino Triossi], ενός πλούσιου επιχειρηματία από τη Ραβέννα, που αγαπούσε τη μουσική και ήταν και ο ίδιος ερασιτέχνης μουσικός (έπαιζε κοντραμπάσο). Τότε ο δωδεκάχρονος Ροσσίνι συνέθεσε έναν κύκλο από έξι σονάτες για κουαρτέτο εγχόρδων, αποτελούμενο από δύο βιολιά, βιολοντσέλο και κοντραμπάσο, σχήμα ανταποκρινόμενο στις δυνατότητες των μουσικών που βρίσκονταν στην βίλα του Τριόσι, με τον τελευταίο να συμμετέχει από το αναλόγιο του κοντραμπάσου αλλά και τον ίδιο τον Ροσσίνι να παίζει το δεύτερο βιολί. Οι σονάτες, συνολικής διάρκειας μιάμισης περίπου ώρας, γράφτηκαν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του δημιουργού τους, σε τρεις μόνο ημέρες. Πρόκειται για ένα από τα πρωιμότερα αναγνωρισμένα έργα του παραγωγικότατου νεαρού Ροσσίνι, ο οποίος δεν είχε ακόμη καν γραφτεί στο «Μουσικό Λύκειο», όπου από το 1806 θα παρακολουθούσε μαθήματα πιάνου, τραγουδιού, βιολοντσέλου και σύνθεσης.

Η Σονάτα αρ. 3 σε ντο μείζονα, που χωρίζεται σε τρία μέρη (Allegro-Andante-Moderato) παίζεται συχνά, όπως και οι υπόλοιπες πέντε του ίδιου κύκλου, από ορχήστρα εγχόρδων. Tο αργό, δεύτερο, μέρος διακρίνεται για την μελωδικότητά του, προμηνύοντας έναν επιτυχημένο συνθέτη όπερας, του οποίου τα έργα αγαπήθηκαν, ακριβώς χάρη στις ευφάνταστες και επιτυχημένες μελωδίες του.

 


Giovanni Battista Pergolesi: Κονσέρτο για βιολί και έγχορδα σε σι ύφεση  μείζονα

Ο Τζοβάνι Μπατίστα Ντράγκι [Giovanni Batista Draghi] γνωστότερος ως Τζοβάνι Μπατίστα Περγκολέζι [Giovanni Battista Pergolesi (1710-1736)] υπήρξε ηγετική μορφή της ιταλικής κωμικής όπερας του 18ου αιώνα και όχι μόνο. Αν και δεν ήταν παιδί θαύμα, συνέθεσε όλα του τα έργα πολύ νέος, καθώς πέθανε σε ηλικία 26 ετών. Στα έξι, ουσιαστικά, δημιουργικά του χρόνια έγραψε κάποιες από τις ομορφότερες σελίδες της μουσικής φιλολογίας, που πρωταγωνιστούν στις επιλογές των ακροατών ακόμη και σήμερα. Όταν η μονόπρακτη κωμική του όπερα Υπηρέτρια Κυρά [La serva padrona], που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Νάπολη το 1733, παίχτηκε στο Παρίσι το 1752, πυροδότησε την περίφημη «Διαμάχη των Μπουφόνων», δηλαδή την μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ των υποστηρικτών της ιταλικής μουσικής με επικεφαλής τον Ρουσώ [Jean-Jacques Rousseau] και εκείνων της γαλλικής, με ηγέτη τον Ραμώ [Jean-Philippe Rameau]. Αν και η όπερα του Περγκολέζι υπήρξε ουσιαστικά μια αφορμή, η ιστορία της μουσικής αισθητικής δεν θα ήταν ίσως η ίδια χωρίς αυτό το έργο.

Ο Περγκολέζι (όπως τον έλεγαν λόγω της απώτερης καταγωγής της οικογένειάς του από την Πέργκολα), ξεκίνησε μαθήματα μουσικής στη γενέτειρά του, την πόλη Ιέση [Jesi], κοντά στην Ανκόνα. Σε ηλικία 15 ετών περίπου μετοίκησε στη Νάπολη για να σπουδάσει στο Ωδείο των Πτωχών. Εκεί γνώρισε τον δάσκαλό του στη σύνθεση Γκαετάνο Γκρέκο [Gaetano Greco (c.1657-c.1728)], ενώ έδειξε ιδιαίτερο ταλέντο στο βιολί. Αν και δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γράφτηκε το τριμερές (Allegro-Largo-Allegro maestoso) Κονσέρτο για βιολί και έγχορδα σε σι ύφεση μείζονα αποτελεί ένα ώριμο έργο του νεαρού συνθέτη, επιφυλάσσοντας δεξιοτεχνικά μέρη για το βιολί, ένα όργανο στο οποίο διέπρεψε και ο ίδιος.

 


Felix Mendelssohn Bartholdy: Sinfonia για έγχορδα αρ. 8 σε ρε μείζονα

Ο Γερμανός συνθέτης Φέλιξ Μέντελσων Μπαρτόλντυ [Felix Mendelssohn Bartholdy (1809-1847)] ήταν ένα ακόμη παιδί θαύμα της μουσικής. Έχοντας ξεκινήσει μαθήματα με τη μητέρα του από την ηλικία των έξι ετών, ο Φέλιξ και η, κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη, αδελφή του, Φάνη έδιναν από παιδιά δημόσιες συναυλίες ως ερμηνευτές. Οι πρώτες συνθέσεις του Φέλιξ χρονολογούνται από το 1819, όταν δηλαδή είχε φτάσει στην ηλικία των 10 μόλις ετών. Ανάμεσα στα 11 και 14 χρόνια του ο Μέντελσων είχε συνθέσει περισσότερα από 100 έργα, ανάμεσα στα οποία και 13 συμφωνίες για ορχήστρα εγχόρδων, που προορίζονταν να παρουσιαστούν σε οικογενειακές συναθροίσεις.

Το φθινόπωρο του 1822 ο δεκατριάχρονος Μέντελσων συνέθεσε την πιο φιλόδοξη από αυτές, την Συμφωνία αρ. 8 σε ρε μείζονα, ένα έργο που και ο ίδιος εκτιμούσε ιδιαίτερα, καθώς σύντομα την μετέγραψε και για πλήρη συμφωνική ορχήστρα. Σε αντίθεση με τις περισσότερες συμφωνίες εγχόρδων του συνθέτη που ακολουθούν την κλασική γραμμή του Χάυντ, η όγδοη αυτή τετραμερής συμφωνία (1. Adagio e grave – Allegro, 2. Adagio, 3. Menuetto (Allegro) – Trio (presto), 4. Allegro molto – Più presto) φαίνεται να αποτίει φόρο τιμής στον Μότσαρτ, τόσο στο Allegro του πρώτου μέρους (με διακριτά μοτίβα από τον Μαγικό Αυλό) όσο και στο τελευταίο μέρος, με μια θαυμαστή αντιστικτική γραφή, που θυμίζει το φινάλε από την Συμφωνία αρ. 41 του μεγάλου Αυστριακού συνθέτη.


Carl Nielsen: Μικρή σουίτα για έγχορδα, έργο 1  &  “Tagen letter“, έργο 41*

(*μεταγραφή για σόλο φλάουτο και έγχορδα: Ρία Γεωργιάδου)

Ο σημαντικότερος συνθέτης της Δανίας, Carl Nielsen (1865-1931), καταγόταν από μια ταπεινή οικογένεια, που όμως σχετιζόταν με τη μουσική. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί σε λαϊκούς  χορούς και η μητέρα του τραγουδούσε. Ο  ίδιος σπούδασε μουσική (βιολί) αρχικά στην τοπική στρατιωτική φιλαρμονική, και στη συνέχεια στο Βασιλικό Ωδείο της Κοπεγχάγης κοντά στον Niels Gade (1817-1890), που ήταν ηγετική μορφή της δανέζικης μουσικής. Αν και η Μικρή σουίτα για έγχορδα, op. 1, αποτελεί την πρώτη αναγνωρισμένη σύνθεση του εικοσιτριάχρονου Nielsen, ο τελευταίος είχε ήδη γράψει και εκδώσει και άλλα έργα τo 1888, οπότε και την πρωτοπαρουσίασε. Αρχικά γραμμένη για κουιντέτο, και στη συνέχεια για νονέτο εγχόρδων, η ελεγειακή αυτή τριμερής σουίτα – (Prelude (Andante con moto) – Intermezzo (Allegro moderato) – Finale (Andante con moto – Allegro con brio)  – αποπνέει σκανδιναυικό ρομαντισμό. Το Tågen letter  του ίδιου συνθέτη, για φλάουτο και άρπα, αποτελεί μέρος σκηνικής μουσικής που γράφτηκε για το θεατρικό έργο του Helge Rode (1870-1937), Μητέρα (Moderen), με αφορμή τον εορτασμό της επανένωσης της Γιουτλάνδης με την υπόλοιπη Δανία, μετά από 56 χρόνια γερμανικής κατοχής. Το έργο παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 1921 από την βασιλική Όπερα της Δανίας και έχει αλληγορικό χαρακτήρα: αφηγείται την ιστορία ενός μικρού παιδιού που απάγεται αλλά που στην συνέχεια επανενώνεται με την μητέρα του χάρη στην παρέμβαση του βασιλιά. Το περίφημο Tågen letter (που σημαίνει Η ομίχλη ανεβαίνει) συνοδεύει την αρχική σκηνή κατά την οποία η μητέρα αποχωρίζεται το παιδί της και είναι καθιερωμένο στο ρεπερτόριο του φλάουτου, αποπνέοντας και αυτό το μελαγχολικό και ομιχλώδες σκανδιναυικό ύφος. Εδώ, το ακούμε στη μεταγραφή για σόλο φλάουτο και έγχορδα, που η Ρία Γεωργιάδου ετοίμασε για την συγκεκριμένη συναυλία.


Joachim Andersen: Ballade and dance of Sylphs, έργο 5

(μεταγραφή για σόλο φλάουτο και έγχορδα: Ρία Γεωργιάδου)

Λιγότερο γνωστός ως συνιδρυτής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου (το 1882) και περισσότερο για το ιδιαίτερα πλούσιο και απαιτητικό ρεπερτόριο για το φλάουτο, ο, επίσης Δανός, βιρτουόζος φλαουτίστας, πιανίστας, αρχιμουσικός και συνθέτης Carl Joachim Andersen (1847-1909), υπήρξε κορυφαίος συνθέτης του καιρού του. Πήρε τα πρώτα μαθήματα φλάουτου – όπως και ο αδελφός του Viggo –  από τον πατέρα του Christian Joachim Andersen, και στα 13 του είχε ήδη γίνει πρώτο φλάουτο σε ορχήστρα στην Κοπεγχάγη, που διηύθυνε ο Niels Gade. Έχοντας γράψει πλήθος έργων, βασικά για φλάουτο, ο «Liszt του φλάουτου», όπως τον αποκαλούσαν, αποτελεί έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους συνθέτες για το ρεπερτόριο του οργάνου αυτού. Η Μπαλάντα και ο Χορός των Συλφίδων, op. 5 (που απόψε θα ακουστεί σε μεταγραφή για σόλο φλάουτο και έγχορδα από την Ρία Γεωργιάδου) γράφτηκε γύρω στα 1870 και εμπνέεται από τον γνωστό από τα μπαλέτα των F. Taglioni (1832) και M. Fokine (1909) μύθο των Συλφίδων, μεταφέροντάς μας στο ονειρικό και ομιχλώδες σκανδιναυικό τοπίο.


Edward Elgar: Σερενάτα για έγχορδα / J. Sibelius: Impromptu για έγχορδα, έργο 5 / Gustav Holst: Saint Paul’s Suite

Αν και ο Edward Elgar (1857-1934) θεωρείται ένας από τους βασικότερους συνθέτες της Βρετανίας, το ύφος του είναι επηρεασμένο από την γερμανική και την γαλλική μουσική. Όντας ουσιαστικά αυτοδίδακτος ως συνθέτης, ο Elgar καταγόταν από μουσική οικογένεια, ενώ ο πατέρας του είχε μουσικό οίκο (που εμπορευόταν και χόρδιζε πιάνα). Ο μικρός Edward ξεκίνησε μαθήματα βιολιού και πιάνου ιδιωτικά. Η φιλοδοξία του να τελειοποιήσει τις σπουδές του στο Ωδείο της Λειψίας δεν πραγματοποιήθηκε για λόγους οικονομικούς, παρόλα αυτά ο Elgar αφοσιώθηκε στη σύνθεση και σύντομα η μουσική του άρχισε να αναγνωρίζεται. Η Σερενάτα για έγχορδα σε μι ύφεση, op. 20, γράφτηκε το 1892 και αποτελεί μια από τις δημοφιλέστερες συνθέσεις του. Πρωτοπαρουσιάστηκε σε κλειστό κύκλο την ίδια χρονιά και δημόσια το 1896. Το έργο αποτελεί την εξέλιξη μιας πρωιμότερης σύνθεσης (του 1888) με τίτλο Τρία Σκίτσα για έγχορδα (Three Sketches for Strings).

Ο συνομήλικος και θαυμαστής του Nielsen Jean Sibelius (1865-1957) θεωρείται σήμερα ο σημαντικότερος συνθέτης της Φινλανδίας, καθώς συνέδεσε το όνομά του με την δημιουργία της εθνικής φινλανδικής σχολής και ταυτότητας. Γεννημένος στην υπό ρωσική κατοχή φινλανδική πόλη Χαμεενλίνα, ο νεαρός Jean ξεκίνησε νομικές σπουδές στο πανεπιστήμιο Ελσίνκι, αλλά γρήγορα τον κέρδισε η μουσική, έτσι γράφτηκε στο Ωδείο της ίδιας πόλης (που σήμερα φέρει το όνομά του). Το γνωστό συμφωνικό του ποίημα, Finlandia (Φινλανδία) – το έβδομο και τελευταίο μέρος του έργου op. 26, που αρχικά έφερε τον τίτλο Η Φινλανδία αφυπνίζεται –  πρωτοπαρουσιάστηκε το 1900 ως ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στην ρωσική κυριαρχία και δικαίως αποτέλεσε τον δεύτερο εθνικό ύμνο της Φινλανδίας. Το πρωιμότερο Impromptu για έγχορδα op. 5 παρέμενε για πολλά χρόνια αγνοημένο (μέχρι το 1986 οπότε και τυπώθηκε). Γραμμένο το 1894, αποτελεί μια σύνθεση βασισμένη στα Impromptus 5 και 6 για πιάνο του ίδιου συνθέτη.

Ο πολυγραφότατος Βρετανός Gustav Holst (1874-1934) μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στην μουσική σύνθεση και την διδασκαλία. Επηρεασμένος από την γερμανική μουσική, ο Holst ενδιαφέρθηκε για την παραδοσιακή μουσική της πατρίδας του, την οποία αξιοποίησε σε πολλές συνθέσεις του. Από το 1905 μέχρι και τον θάνατό του ο Holst δίδασκε στο Παρθεναγωγείο του Αγίου Παύλου. Έτσι το 1913 – λίγο πριν τους δημοφιλέστατους Πλανήτες του (1916) – ο Holst συνέθεσε την Σουίτα του Αγίου Παύλου, σε ντο μείζονα, op. 29/2, για τις ανάγκες σχολικών μαθημάτων. Το τετραμερές αυτό έργο – Jig (vivace), Ostinato (presto), Intermezzo (Andante con moto- vivace – tempo I), Finale («Τhe Dargasson» ) – (Allegro) – περιέχει εμβόλιμα και παραδοσιακά αγγλικά μοτίβα.


Igor Stravinsky, Apollon Musagète – Ballet en deux tableau

Χορογραφώντας τον ηγέτη των μουσών

Ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς τού 20ού αιώνα, ο Ρώσος συνθέτης Igor Stravinsky (1882-1971), έδειξε από μικρός την αγάπη αλλά και το ταλέντο του στη μουσική αλλά και τον χορό. Γιος του μπάσου Fyodor Ignatievich, ο Igor μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στη μουσική, ενώ το λυρικό θέατρο Mariinsky της Αγίας Πετρούπολης είχε γίνει το σπίτι του. Σε αυτό παρακολούθησε το 1896 μια παράσταση του μπαλέτου Ωραία Κοιμωμένη του Tchaikovsky, γεγονός που απέβη καθοριστικό, όπως φαίνεται, τόσο για την μουσική μπαλέτου που θα έγραφε αργότερα όσο και για άλλα έργα του, όπως η «πολύτεχνη» Ιστορία του Στρατιώτη (1918/1924), έργο που γράφτηκε για «να διαβαστεί, να παιχτεί και να χορευτεί». Αν και είναι γνωστό πως ο Stravinsky έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με έναν εκ των συνθετών της περίφημης ρωσικής «Σχολής των πέντε», τον Nikolai Rimsky-Korsakov (1844-1908), είναι σχεδόν άγνωστο πως βασικός του δάσκαλος στη σύνθεση υπήρξε ένας Έλληνας – μαθητής και αυτός του Rimsky-Korsakov – ο Βασίλης Καλαφάτης (1869-1942).

Ιδιαιτέρως σημαντική για την καριέρα του Stravinsky, υπήρξε η συνεργασία του με τα περίφημα «Ρωσικά Μπαλέτα» του Sergei Diaghilev (1872-1929): χάρη στη μουσική που έγραψε για Το Πουλί της Φωτιάς (1910), τον  Πετρούσκα (1911), την πολύκροτη Ιεροτελεστία της Άνοιξης (1913) – η πρεμιέρα της οποίας δημιούργησε σκάνδαλο – τον Πουλτσινέλα (1920), τους Γάμους (1923) ο Stravinsky έγινε διάσημος σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά την «ρωσική» του περίοδο, ο Stravinsky πέρασε σε μια νεοκλασικότερη φάση, χαρακτηριστικό έργο της οποίας είναι και ο Απόλλων Μουσηγέτης. Το έργο είχε παραγγελθεί στον συνθέτη για να χορογραφηθεί για το Φεστιβάλ της Ουάσιγκτον τον Απρίλιο του 1928. Χορογράφος, αλλά και ο πρώτος ερμηνευτής του φερώνυμου ρόλου, ήταν ο Ρώσος Adolph Bolm, (1884-1951). Δύο μόλις μήνες μετά την παγκόσμια πρώτη του έργου στις Η.Π.Α., η  νεοκλασική μουσική του Stravinsky χορογραφήθηκε από έναν από τους μεγαλύτερους χορογράφους τού 20ού αιώνα, τον, επίσης, Ρώσο, Georges Balanchine (1904-1983), για τα Ρωσικά Μπαλέτα του Diaghilev, και παρουσιάστηκε στο θέατρο «Σάρα Μπερνάρ» του Παρισιού με τον ίδιο τον συνθέτη να διευθύνει. Ο Balanchine ήταν μόλις 24 ετών και η χορογραφία του αυτή – η πρώτη μιας μακράς συνεργασίας με τον Stravinsky – τον έκανε διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι αυτό γιατί τις νεοκλασικές γραμμές του νεαρού χορογράφου ταίριαξαν απόλυτα με το νεοκλασικό ύφος του έργου, ενώ η επιτυχία συμπληρώθηκε με τη συμμετοχή των  μυθικών – σήμερα – χορευτών Serge Lifar και Alexandra Danilova. Το έργο, που συνήθως παρουσιάζεται χωρίς χορογραφία, αναπαριστά την γέννηση του Απόλλωνα, την συνδιαλλαγή του με τρεις μούσες, την Καλλιόπη (που εδώ αντιπροσωπεύει την Ζωγραφική και τις Εικαστικές Τέχνες), την Τερψιχόρη (που ενσαρκώνει τον Χορό και τις Παραστατικές Τέχνες) και την Πολύμνια (που εκπροσωπεί την Ποίηση) και την τελική τους πορεία (το τελευταίο μέρος τιτλοφορείται «Αποθέωσις») προς τον Παρνασσό, με ηγέτη τον Απόλλωνα. Ο ίδιος ο Stravinsky, στην Μουσική Ποιητική του, περιγράφει την ιδανική ηγεμονία του απολλώνιου στοιχείου, που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της νεοκλασικής του φάσης: «Στο έργο πρέπει να χαλιναγωγούνται όλα τα διονυσιακά στοιχεία που ενεργοποιούν την φαντασία του καλλιτέχνη και της δίνουν ορμή. Να χαλιναγωγούνται καταλλήλως πριν μας μεθύσουν, έτσι ώστε να υπακούουν τελικά στον νόμο του Απόλλωνα».


Antonio Vivaldi, Le quattro Stagioni (Οι τέσσερεις εποχές)

Ανάμεσα στην Έμπνευση και την Αρμονία

Ο Antonio Vivaldi (1678-1741), ένας από τους σημαντικότερους αλλά και δημοφιλέστερους συνθέτες όλων των εποχών, ήταν το τελευταίο από τα εννέα παιδιά ενός κουρέα. Γεννημένος στη Βενετία σε μια εποχή μεγάλης μουσικής ακμής, ο Antonio φαίνεται πως πήρε τα πρώτα μαθήματα βιολιού από τον πατέρα του Giovanni Battista, ο οποίος έπαιζε βιολί, αρχικώς ερασιτεχνικά και στη συνέχεια επαγγελματικά. Ο μικρός Antonio, το μοναδικό παιδί στην οικογένεια που ασχολήθηκε με τη μουσική, έγινε γρήγορα βιρτουόζος βιολονίστας και το 1703 διορίστηκε δάσκαλος βιολιού σε ορφανοτροφείο θηλέων της Βενετίας, για το οποίο συνέθεσε και πλήθος έργων. Εκείνος που κατά πάσα πιθανότητα τον μύησε στα μυστικά της σύνθεσης ήταν ο διάσημος, στην εποχή του, Giovanni Legrenzi (1626-1690). Ο Vivaldi μάς άφησε, μεταξύ άλλων, πάνω από 40 όπερες, αντίστοιχο αριθμό έργων θρησκευτικής μουσικής, και περίπου 400 κονσέρτα. Παρά το σημαντικότατο σε αριθμό αλλά και αξία έργο του και την τεράστια επιρροή που άσκησε (στους συνθέτες που επηρέασε ανήκει και ο μέγας Bach), ο Vivaldi πέθανε πάμφτωχος στη Βιέννη, όπου είχε μετοικήσει προς το τέλος της ζωής του, αναζητώντας, μάταια, μια καλύτερη επαγγελματική ζωή.

Οι διάσημες και δημοφιλέστατες Τέσσερεις Εποχές (Le quattro Stagioni) είναι ουσιαστικά τα 4 πρώτα από μια σειρά 12 κονσέρτων του έργου Ο αγών της αρμονίας και της έμπνευσης (Il cimento dell’ armonia e dell’invenzione), op. 8, που ο Vivaldi εξέδωσε το 1725 στο Άμστερνταμ. Όπως και τα υπόλοιπα οκτώ κονσέρτα αυτού του κύκλου, οι Τέσσερεις Εποχές έχουν μια ιδιαιτερότητα: η μουσική προσπαθεί να περιγράψει τις διαφορετικές εποχές του χρόνου (Άνοιξη-Καλοκαίρι-Φθινόπωρο-Χειμώνας), ενώ η παρτιτούρα συνοδεύεται από αντίστοιχα ποιήματα, που πιθανόν να ανήκουν στον ίδιο τον συνθέτη. Πρόκειται για ένα πρώιμο δείγμα «περιγραφικής μουσικής», του είδους που καλλιεργήθηκε κατεξοχήν τον 19ο αιώνα, και που επιχειρεί να ζωγραφίσει με τους ήχους κάτι που βρίσκεται έξω από τη μουσική. Το έργο έχει κατακτήσει, δικαίως, μια από τις πρώτες θέσεις στις προτιμήσεις του κοινού, σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

 


Giacomo Puccini, I crisantemi

Πένθιμα Χρυσάνθεμα

Ο Giacomo Puccini (1858-1924), ο δημοφιλέστερος, μαζί με τον Giuseppe Verdi (1813-1901), Ιταλός συνθέτης όπερας, έγραψε και πολύ ενδιαφέροντα έργα συμφωνικής μουσικής αλλά και μουσικής δωματίου. Αφότου ολοκλήρωσε τις μουσικές του σπουδές στην γενέτειρά του, Lucca, φοίτησε για τρία χρόνια στο Ωδείο του Μιλάνου, όπου παρακολούθησε και μαθήματα σύνθεσης με τον γνωστό συνθέτη Amilcare Ponchielli (1834-1886). Εκεί γνωρίστηκε με τον Pietro Mascagni (1863-1945), ο οποίος μαζί με τους Ruggero Leoncavallo (1857-1919), Umberto Giordano (1867-1948), Francesco Cilea (1866-1950) αλλά και τον απόφοιτο του Ωδείου Αθηνών Σπύρο Σαμάρα (1861-1917), αποτελούν τους βασικούς εκπροσώπους του ιταλικού βερισμού. Η Tosca, που έκανε πρεμιέρα στην Ρώμη το 1900, με πρωταγωνίστρια την Ελληνίδα Χαρίκλεια Χαρικλέους, γνωστή ως Hariclea Darclée (1860-1939), παραμένει σήμερα μία από τις δημοφιλέστερες όπερες όλων των εποχών.

Το έργο I Crisantemi γράφτηκε στις αρχές του 1890 για τον θάνατο του Amadeo di Savoia, δούκα της Aosta και βασιλιά της Ισπανίας, ο οποίος πέθανε τον Ιανουάριο του ίδιου έτους. Το μελαγχολικό αυτό κουαρτέτο εγχόρδων (που σύμφωνα με τα λεγόμενα του δημιουργού του, γράφτηκε εν μία νυκτί) φέρει τον τίτλο Χρυσάνθεμα (άνθος που χρησιμοποιείται σε πένθιμες τελετές στην Ιταλία) και έχει χαρακτήρα πένθιμου αποχαιρετισμού. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε με επιτυχία στο Ωδείο του Μιλάνου εκείνη την εποχή, ενώ τρία χρόνια αργότερα, ο Puccini χρησιμοποίησε τα δύο βασικά μελωδικά θέματα των Χρυσανθέμων στην τρίτη πράξη και στο ιντερμέδιο πριν από την τέταρτη πράξη της όπεράς του Manon Lescaut, θέλοντας να αναδείξει το μελαγχολικό και πένθιμο στοιχείο του λιμπρέτου.


Domenico Cimarosa, Κοντσέρτο για όμποε και έγχορδα σε ντο ελάσσονα

Ένα ιταλικό κονσέρτο με την υπογραφή ενός Αυστραλού

Domenico Cimarosa (1749-1801), ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της Ναπολιτάνικης Σχολής, είναι περισσότερο γνωστός για τις πάνω από 80 όπερές του,  η δημοφιλέστερη από τις οποίες – Il matrimonio segreto (Ο μυστικός γάμος, 1792) – παίζεται ακόμη και σήμερα. Γεννημένος στην πόλη Aversa έξω από τη Νάπολη, o Cimarosa καταγόταν από φτωχή οικογένεια· καθώς έχασε τον πατέρα του πολύ νωρίς, ο μικρός Domenico μεγάλωσε σε μοναστήρι, όπου και πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής. Το ταλέντο του τού επέτρεψε στα 12 του να γραφτεί στο Ωδείο di Santa Maria di Loreto της Νάπολης (έναν από τους προδρόμους του περίφημου San Pietro a Majella), στο οποίο αργότερα θα γινόταν και καθηγητής. Γρήγορα έγινε δεινός ερμηνευτής στο πληκτροφόρο, το βιολί και το τραγούδι, παρότι το βασικό του αντικείμενο ήταν η σύνθεση. Ο πολυγραφότατος Cimarosa έγινε, μαζί με τον Giovanni Paisiello (1740-1816), ο δημοφιλέστερος συνθέτης όπερας του όψιμου 18ου αιώνα.

Το 1920 ανακαλύφθηκε ένα χειρόγραφο με πολυάριθμες άγνωστες σονάτες για πληκτροφόρο του Cimarosa (που σύμφωνα με τους ερευνητές επρόκειτο, είτε για 88 σονάτες σε ένα μέρος, είτε – πιθανότερα – για λιγότερες σε περισσότερα μέρη). Κάποιες από αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τον Κονσέρτο για όμποε και έγχορδα σε ντο ελάσσονα που ο Αυστραλός συνθέτης Arthur Benjamin (1893-1960) συνέθεσε το 1949, και που αν και συνήθως αποδίδεται στον Cimarosa, ουσιαστικά πρόκειται για έργο που φέρει την υπογραφή του Benjamin. Ο τελευταίος, γνωστός συνθέτης κινηματογράφου αλλά και συμφωνικής μουσικής, καθώς και δάσκαλος (μεταξύ άλλων και του Benjamin Britten, 1913-1976), έγραψε το κοντσέρτο για την ομποΐστα Evelyn Rothwell-Barbirolli (σύζυγο του μαέστρου John Barbirolli), στην οποία και το αφιέρωσε. Ακολουθώντας αριστοτεχνικά το ύφος του Cimarosa, το κονσέρτο αυτό – τα μέρη του οποίου (Introduzione – Larghetto – Allegro – Siciliana – Allegro giusto) βασίζονται στις σονάτες 23, 24, 29 και 31 του Ιταλού συνθέτη – κέρδισε την αγάπη του κοινού που δικαίως δεν το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα έργα του Cimarosa.


Pyotr Ilyich Tchaikovsky, Souvenir de Florence, op. 70

(αναπροσαρμογή για ορχήστρα εγχόρδων: Νίκος Αθηναίος)

Ιταλικές Αναμνήσεις

Ο Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893), ο δημοφιλέστερος ίσως συνθέτης της Ρωσίας, ξεκίνησε μουσική πολύ μικρός. Όμως παρά το ταλέντο του, και τον αρχικό ενθουσιασμό της οικογένειάς του για αυτό, το επάγγελμα του μουσικού δεν θεωρήθηκε σωστή επιλογή· έτσι αποφασίστηκε ότι ο δεκάχρονος μουσικός θα έπρεπε να ακολουθήσει καριέρα δημοσίου υπαλλήλου και στάλθηκε εσώκλειστος σε ειδική σχολή, την οποία και ολοκλήρωσε. Όμως το γεγονός δεν τον απέτρεψε από το φοιτήσει στο περίφημο Ωδείο της Πετρούπολης το διάστημα 1862-1865 και εν τέλει να γίνει ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες όλων των εποχών.

Το έργο Souvenir de Florence, op. 70 για σεξτέτο εγχόρδων γράφτηκε, όπως και τα Χρυσάνθεμα, το 1890. Όμως σε αντίθεση με το έργο του Puccini, η Ανάμνηση από την Φλωρεντία γράφτηκε για μια ευχάριστη συγκυρία: ο Tchaikovsky το συνέθεσε όταν έγινε επίτιμο μέλος της Μουσικής Εταιρείας της Αγίας Πετρούπολης. Ο τίτλος του έργου σχετίζεται με το γεγονός ότι ο συνθέτης έφτιαξε τα προσχέδια του την προηγούμενη χρονιά, ενώ βρισκόταν στην Φλωρεντία και συνέθετε την όπερα Ντάμα Πίκα. Μετά την πρώτη επιτυχημένη του παρουσίαση στο τέλος της ίδιας χρονιάς, ο συνθέτης έκανε κάποιες μικρές τροποποιήσεις στην αρχική παρτιτούρα, η οποία και εκδόθηκε το 1892 (και είναι η εκδοχή στην οποία είναι πλέον γνωστό το έργο). Το όμορφο αυτό τετραμερές σεξτέτο (Allegro con brio – Adagio cantabile e con moto – Αllegretto moderato – Alle


 

Επιμέλεια κειμένων: Στέλλα Κουρμπανά, Δρ. Ιονίου Πανεπιστημίου, ‘Εφορος Αρχείου Ωδείου Αθηνών 

 


 

Share to:

© 2016-2020 ΩΔΕΙΟN ΑΘΗΝΩΝ - All rights reserved | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | Mindcrafted by Scicada.eu